Tag Archives: φεμινιστικά οικονομικά

Research and the elephant in the room – Έρευνα και ο ελέφαντας στο δωμάτιο


[η περίληψη στα ελληνικά ακολουθεί μετά από το αγγλικό κείμενο]

Research and the elephant in the room: encountering with violence in fieldwork concerning unpaid labour, in D.Wheatley (ed) (2019), Handbook of Research Methods on the Quality of Working Lives, Edward Elgar Publishing, pp. 79-93.



The chapter explores violence, both systemic and incidental, that a social researcher may encounter during field research. The questions and anonymised cases used in this chapter stem from field research concerning public spaces of work related to, or organized by, social movements and grassroots initiatives. This work is usually defined as “unpaid” or “volunteering”, but also encapsulates work performed within arrangements of collective production beyond the paid–unpaid binary. Feminist and decolonial approaches are used to analyse ethical questions related to the stance a researcher may employ in social contexts where structural violence already exists (a patriarchal–racist–capitalist society) and where new incidents of physical or psychological violence may emerge and come to the researcher’s attention. The chapter employs the stance that when violence exists in or against a community this is a research finding that affects the integrity of the researcher, of the research, and the well-being of focus communities.

Keywords: violence, field research, unpaid labour, grassroots movements, research ethics




Έρευνα και ο ελέφαντας στο δωμάτιο: συναντώντας βία στην έρευνα πεδίου σχετικά με μη αμειβόμενη εργασία , στο συλλογικό τόμο [στα Αγγλικά] επιμέλειας D.Wheatley (2019), Handbook of Research Methods on the Quality of Working Lives, Edward Elgar Publishing, σελ. 79-93.



Το κεφάλαιο αυτό εξετάζει τη βία, συστημική και περιστασιακή, την οποία μπορεί να συναντήσει μια/ένας κοινωνική/ός ερευνήτρια/-τής κατά τη διάρκεια της έρευνας πεδίου. Οι ερωτήσεις και τα περιστατικά που, έχοντας καταστεί ανώνυμα, χρησιμοποιούνται σε αυτό το κεφάλαιο, προέρχονται από επιτόπια έρευνα σχετικά με δημόσιους χώρους εργασίας που σχετίζονται με ή οργανώνονται από κοινωνικά κινήματα και πρωτοβουλίες βάσης. Αυτη η εργασία συνήθως ορίζεται ως «μη αμειβόμενη» ή «εθελοντισμός», αλλά περιλαμβάνει και την εργασία που εκτελείται στο πλαίσιο διευθετήσεων συλλογικής παραγωγής πέρα ​​από το δίπολο αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας. Χρησιμοποιούνται φεμινιστικές και απο-αποικιακές προσεγγίσεις για την ανάλυση δεοντολογικών ζητημάτων που σχετίζονται με τη στάση που μπορεί να υιοθετήσει μια ερευνήτρια μέσα σε κοινωνικά πλαίσια όπου υπάρχει δομική βία (πατριαρχική-ρατσιστική-καπιταλιστική κοινωνία) και όπου νέα περιστατικά σωματικής ή ψυχολογικής βίας μπορεί να προκύψουν και να υποπέσουν στην αντίληψη της ερευνήτριας. Το κεφάλαιο αυτό υιοθετεί τη θέση ότι όταν υπάρχει βία μέσα σε ή κατά μιας κοινότητας, αυτό είναι ένα ερευνητικό εύρημα που εχει συνέπειες για την ακεραιότητα της ερευνήτριας, της έρευνας και για την ευημερία των κοινοτήτων στις οποίες η έρευνα εστιάζει.

Λέξεις-κλειδιά: βία, έρευνα πεδίου, μη αμειβόμενη εργασία, κινήματα βάσης, δεοντολογία της έρευνας


Πολλές γλώσσες σε μια οικονομία ή πολλές οικονομίες σε μια γλώσσα



Άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 1 του περιοδικού  Yusra Magazine

που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο 2019. Το άρθρο αποτελεί μια σύντομη παρουσίαση σχετικά με μελέτη που έκανα την περασμένη χρονιά και είναι και αυτή σε στάδιο επεξεργασίας για δημοσίευση Many languages in one economy – Πολλές γλώσσες σε μία οικονομία




Hidden in the dough sheets – Κρυμμένο στα ζυμαρένια φύλλα



Μελέτη (Δεκέμβριος 2018), πρώτη εκδοχή της οποίας παρουσιάστηκε στο 4ο Συμπόσιο Ελληνικής Γαστρονομίας
«Δημητριακά: Γνωστά, Ξεχασμένα και Χαμένα»
Καράνου Χανίων, 29-30 Ιουλίου 2017\

[English text follows below]

Η μελέτη παρουσιάζει τα πρώτα ευρήματα σχετικά με την οικονομική γνώση που περιέχει ένα έθιμο της Πρωτοχρονιάς στη Θράκη αναφορικά με την τακτική (ανα)διανομή πλούτου μεταξύ των μελών αλλά και μη μελών του νοικοκυριού. Το έθιμο συνίσταται στην τελετουργική χρήση μιας πίττας ως μέσο διαμοιρασμού. Η πίττα αποτελείται από φύλλα ζύμης σιτάλευρου, μεταξύ των οποίων η νοικοκυρά τοποθετεί σύμβολα των περιουσιακών στοιχείων του νοικοκυριού. Όταν η πίττα μοιράζεται, τα κομμάτια ανατίθενται σε μεταφυσικά πρόσωπα (σχετικά με τη θρησκεία), στα μέλη της οικογένειας, στα πρόσωπα που παρευρίσκονται στην κατανομή της πίττας και στον “ξένο”. Συνεπώς, κάθε άτομο λαμβάνει τουλάχιστον ένα περιουσιακό στοιχείο του νοικοκυριού υπό την προστασία του. Μετά από ένα χρόνο μια νέα (ανα)διανομή λαμβάνει χώρα με τον ίδιο τρόπο.

Η ανάλυσή μου προσεγγίζει το έθιμο ως εκπαιδευτικό τελετουργικό ή ακόμη και ως ζωντανή μνήμη της σημασίας του σιταριού και των σιτηρών ως βάσης της ευημερίας, και των οικονομικών συστημάτων όπου δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία και η σχέση με τα μέσα παραγωγής δεν γινόταν αντιληπτή μέσω της ιδιοκτησίας αλλά μέσω της ευθύνης. Επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη οι εντάσεις μεταξύ του εθίμου και της σύγχρονης οικονομίας για να αποφευχθεί η ωραιοποίηση μιας παραδοσιακής πρακτικής, αλλά και για να διερευνηθεί η χειραφετητική γνώση που αυτό το έθιμο μεταδίδει.



Paper finalised in 2018. The first version was presented at the 4th Greek Gastronomy Symposium
“Known, Forgotten and Lost Grains”
Karanou of Chania, July 29-30th 2017

The paper presents the first findings about the economic knowledge that a New Year Day custom of Thrace contains with reference to regular (re)sharing of wealth among household members and non-members. The custom is the ritual use of a pie as a sharing tool. The pie consists of various layers/sheets of wheat dough, among which the household lady places symbols of the household assets. When the pie is shared, the pieces are designated to metaphysical persons (related to religion), to the family members, to the persons present at the pie sharing, and to the “foreigner”. Each person therefore, gets at least one asset of the household under their protection. After one year a new (re)sharing takes place in the same way.

My analysis approaches the custom as an educational rite or even a living memory of the importance of wheat and cereals as base of prosperity, and of economic systems where private property was inexistent and the relationship to the means of production was not perceived through ownership but through responsibility. Moreover, the tensions between the custom and the contemporary economy are taken into account to avoid the idealisation of a traditional practice, but also to investigate the emancipatory knowledge that this custom transmits.



Women in solidarity economy in Greece: Liberation practices or one more task undertaken?


Paper presented at “En-gendering Macroeconomics & International Economics Summer Seminar”, (16-18.7.2013) Krakow, Poland



Many languages in one economy – Πολλές γλώσσες σε μία οικονομία


Slides from the paper presented at the International Conference “Communication across cultures: Challenges & prospects in the global context” Chania, 29.9.2018


Διαφάνειες από τη μελέτη που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο “Επικοινωνία με διαφορετικές κουλτούρες: Προκλήσεις & προοπτικές στο παγκόσμιο περιβάλλον” Χανιά, 29.9.2018


Performing Values Practices and Grassroots Organizing: The Case of Solidarity Economy Initiatives in Greece


Άρθρο που γράψαμε από κοινού με την Καθ. Μαρία Δασκαλάκη (University of Roehampton) και την Καθ. Μαριάννα Φωτάκη (University of Warwick) και δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση Organisation Studies, 2018 – Online first.

This is a paper co-authored with Prof. Maria Daskalaki (University of Roehampton) and Marianna Fotaki (University of Warwick) and published at Organisation Studies, 2018 – Online first.

This article discusses solidarity economy initiatives as instances of grassroots organizing, and explores how ‘values practices’ are performed collectively during times of crisis. In focusing on how power, discourse and subjectivities are negotiated in the everyday practices of grassroots exchange networks (GENs) in crisis-stricken Greece, the study unveils and discusses three performances of values practices, namely mobilization of values, re-articulation of social relations, and sustainable living. Based on these findings, and informed by theoretical analyses of performativity, we propose a framework for studying the production and reproduction of values in the context of GENs, and the role of values in organizing alternatives.

Keywords: financial crisis, Gibson-Graham, grassroots exchange network (GEN), Greece, Judith Butler, performance, values practices

Moires and Miri lands: Some linguistic coincidences and a discussion about land ownership


“Μοίρες και γαίες Μιρί: Μερικές γλωσσολογικές συμπτώσεις και μια συζήτηση για την ιδιοκτησία γης”

Εκτεταμένη περίληψη στα ελληνικά ακολουθεί μετά την περίληψη στην αγγλική γλώσσα.


Published in Valeontis, C. (ed.) (2017): Hellenic language and terminology – Communications of the 11th Conference, Hellenic Society for Terminology (ELETO), Athens – Greece: 222-232.


The paper belongs to a greater research programme related to economic knowledge that exists outside academia and is created and shared by communities through informal routes. One of the sources of this economic knowledge is language itself, especially non-academic language(s). The use of language as a source is also based on the fact that the lingua franca of economics is English and this leads to distortions in our economic education and research, because the economic knowledge that other languages contain goes unnoticed. Therefore, we use our own native languages to (re)search economic knowledge that exists outside academia and can inform economics about contemporary practices but also about historical precedents of political economic importance. In particular, this paper analyses the use of the word ” Moira ” (” Fate ” and ” Share ” in Greek) and Miri (Land owned by the Ottoman state leased to subjects for cultivation) and raises questions about the similarities and differences in the practices they represent. What is most important though, is that the words refer to perceptions about land ownerships and management that defy our contemporary understandings of land property. Moreover, the paper investigates the use of the words in everyday language, in previous historical eras or even today under certain circumstances, and how both words and the terms related to them connect land practices to various political economic activities and phenomena.


H μελέτη ανήκει σε ένα μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα που σχετίζεται με την οικονομική γνώση που υπάρχει εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας και δημιουργείται και χρησιμοποιείται από κοινού από τις διάφορες κοινότητες μέσω ανεπίσημων οδών. Μια από τις πηγές αυτής της οικονομικής γνώσης είναι η ίδια η γλώσσα, ιδιαίτερα η μη ακαδημαϊκή γλώσσα, η οποία περιέχει οικονομικές γνώσεις που αποκλείονται από την οικονομική ορολογία και πολύ περισσότερο από την οικονομική lingua franca, η οποία είναι η αγγλική. Στην ανάλυσή μας, καταλαβαίνουμε τον καπιταλισμό ως μια μορφή πατριαρχίας και την πατριαρχία ως κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες επικρατεί ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας με όλες τις επιπτώσεις της: αποκλεισμός από την πρόσβαση και τον έλεγχο της χρήσης γης, ιεράρχηση των χρήσεων γης ώστε να αποφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος, στερήσεις και διάλυση ολόκληρων κοινοτήτων και υποβάθμιση του εδάφους και των οικοσυστημάτων. Η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της πατριαρχίας ενώ άλλα κοινωνικοοικονομικά συστήματα δεν διαθέτουν αυτό το θεσμό. Αντίθετα, η γη είναι, εξ ορισμού, όχι μόνο κοινή, αλλά και η πρόσβαση σε αυτήν προσαρμόζεται στις ανάγκες της κοινωνίας/των μελών της κοινότητας.

H μελέτη αναλύει τη χρήση των λέξεων “Μοίρα” και “Mιρί” (η γη που ανήκει στο οθωμανικό κράτος και εκμισθώνεται για καλλιέργεια) και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τις ομοιότητες και τις διαφορές στις πρακτικές που εκπροσωπούν . Παρατηρήσαμε ότι πέρα από την ομοιότητα του ήχου μεταξύ αυτών των δύο λέξεων, συνδέονται επίσης με τις αντιλήψεις και τις πρακτικές σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διαχείριση της γης που αψηφούν τις σύγχρονες αντιλήψεις μας για την έγγεια ιδιοκτησία. Μοίρα και Μοίρες είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και έχει δύο βασικές έννοιες: η θεά του πεπρωμένου, Μοίρα, ή Μοίρες στον πληθυντικό, οι Θεές της μοίρας. Η άλλη έννοια είναι το «μερίδιο», το μέρος ενός κοινού πράγματος που αποδίδεται σε κάποιον. Ακόμη και στον σύγχρονο ελληνικό νόμο, μοίρα είναι το μερίδιο κληρονομιάς ενός ατόμου του οποίου ο συγγενής ή ο σύζυγός του έχει πεθάνει. Επιπλέον, οι αποφάσεις της Μοίρας ή των Μοιρών είναι αναπόφευκτες, αν και στον λαϊκό πολιτισμό βρίσκουμε Μοίρες που αλλάζουν γνώμη ή λυπούνται τους ανθρώπους στους οποίους αρχικά προκάλεσαν δύσκολες καταστάσεις.

Για να κατανοήσουμε την κοινωνικοοικονομική έννοια των Μοιρών, χρησιμοποιήσαμε το έργο του G.D.Thomson, όπου εξηγεί ότι οι Μοίρες είναι η μνήμη των προπατριάρχικών κοινωνιών που δεν είχαν ατομική ιδιοκτησία. Σε αυτές τις κοινωνίες, η γη ή ο πλούτος της κοινότητας αναδιανεμόταν τακτικά μεταξύ των μελών της. Επιπλέον, η επιμονή στο πρόσωπο της Μοίρας/ Μοιρών, είναι επίσης μια προσδοκία για τιμωρία από τις Μοίρες / συλλογικά καθεστώτα, για την απώλεια της (συλλογικής) ισχύος και για τις ανισορροπίες που η πατριαρχία έφερε μεταξύ των μελών της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ένα μεγάλο μέρος των εδαφών ήταν δημόσια ιδιοκτησία. Αυτά τα δημόσια εδάφη ονομάστηκαν “μιρί/miri” και διανεμήθηκαν με ένα σύστημα που συνδέει τους αξιωματικούς του ιππικού με τους αγρότες, προκειμένου να παράσχουν αγροτικά προϊόντα για το στρατό και για τα αστικά κέντρα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Οι αγρότες είχαν δικαιώματα χρήσης στη γη, τα οποία δεν ήταν δικαιώματα ατομικής ιδιοκτησίας. Τα δικαιώματα ήταν τίτλοι επικαρπίας και ήταν αποκλειστικά για την οικογένεια του χωρικού που μπορούσε να κληροδοτήσει τη γη στα παιδιά του για τα ίδια δικαιώματα χρήσης και επικαρπίας και όχι για περισσότερο από αυτά. Το ίδιο συνέβαινε και με τα δικαιώματα γης των αξιωματικών του ιππικού. Παρά τη στρατιωτικοποίηση αυτή, διαπιστώνουμε ότι το σύστημα των μικρών γαιοκτησιών του μιρί κατέστησε αρκετά δύσκολο για τον καπιταλισμό να επεκταθεί στην οθωμανική αυτοκρατορία και υποστήριξε τους μικρούς παραγωγούς λόγω της τάσης αποκέντρωσης που δημιουργεί στον έλεγχο της γης. Μόλις τον 19ο αιώνα με το Tanzimat / Μεταρρύθμιση, η νομοθεσία για την ιδιωτική ιδιοκτησία επεκτάθηκε επίσημα στα δικαιώματα χρήσης που ορισμένες οικογένειες είχαν γενιά από γενιά

Άλλες παρόμοιες λέξεις που σχετίζονται με τη δημόσια γη ή με κοινά συστήματα διαχείρισης βρίσκονται στις σλαβικές γλώσσες και στην αραβική γλώσσα. Είδαμε σε διάφορες περιπτώσεις ότι στη Μεσόγειο και στην Ανατολική Ευρώπη / Βαλκάνια το θέμα της εξουσίας και της κατανομής / διανομής, της εξουσίας ως διανομής, διανομής ως εξουσίας, αναδύεται μέσα από λέξεις που έχουν αλληλένδετες ή και παρόμοιες έννοιες. Αυτές οι λέξεις μπορούν να αντιπροσωπεύουν από μεταφυσικά όντα μέχρι νομικές έννοιες και εκτάσεις γης, και από πολιτικούς θεσμούς μέχρι πρακτικές κοινής χρήσης γαιών. Με αυτή την έννοια, οι διάφορες αντιλήψεις για τη γη, ως κάτι που χρησιμοποείται και ελέγχεται συλλογικά, φαίνεται ότι είναι ζωντανές μέσα από τις λέξεις που εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα.

Η πατριαρχία ως οικονομικό σύστημα – Συνοδευτικό κείμενο, βιβλιογραφία & διαφάνειες

Συνοδευτικό κείμενο και βιβλιογραφία για το σεμινάριο της 23.2.2018 στα πλαίσια της Σειράς Σεμιναρίων της Ομάδας Φύλου & Δημοκρατίας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του ΕΚΠΑ.
Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο σύνδεσμο. Full text in Greek available at the following link (English text is being translated)
Διαφάνειες στο σύνδεσμο
Slides and bibliography in English at the link
Το σεμινάριο χρησιμοποιεί φεμινιστικές θεωρίες για να καταδείξει πώς η αντίληψη για το καπιταλιστικό σύστημα που η κυρίαρχη οικονομική θεωρία προωθεί, διαγράφει την βαθειά δομή του καπιταλισμού που είναι η πατριαρχία. Η πατριαρχία είναι οικονομικό και όχι μόνο κοινωνικό σύστημα και οι οικονομικοί της θεσμοί, όπως η ατομική ιδιοκτησία (σε γη και ανθρώπινα σώματα), το κράτος, η θεσμοποιημένη βία ή και το χρήμα στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα αποτελούν εξίσου σημαντικούς θεσμούς με την πατρογραμμική-πατροκεντρική καταγωγή. Το σεμινάριο επιχειρεί να εξετάσει την πατριαρχία όχι ως κατάλοιπο του παρελθόντος ή ως ειδικότερο ζήτημα για το οποίο αρμόδιες είναι οι κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά ως κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο δομείται η οικονομική δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η βία και οι διακρίσεις που υφίστανται κοινωνικές ομάδες και άτομα, λόγω έμφυλης ή/και σεξουαλικής ταυτότητας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των οικονομικών ανισοτήτων αλλά και της περιβαλλοντικής καταστροφής, και όχι ζήτημα που αφορά «μειονότητες». Επομένως, η ετεροκανονική αντίληψη για την κοινωνία διατρέχει την δόμηση των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων. Πολύ περισσότερο, η ίδια ετεροκανονική αντίληψη κατασκευάζει τη φύση ως θηλυκού γένους και αντάξια μεταχείρισης «όπως εάν ήταν γυναίκα», με τρομακτικές συνέπειες για το φυσικό περιβάλλον, τα ζώα και τα άλλα πλάσματα, αλλά και για τις ίδιες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Οι οικονομικές θεωρίες, ακόμη και οι πιο προοδευτικές μέχρι στιγμής, βλέπουν στη φύση παραγωγικούς πόρους ή μέσα παραγωγής και όχι συστήματα συμβίωσης στα οποία παρεμβαίνουν οι ανθρώπινες κοινωνίες για τους δικούς τους σκοπούς. Το σεμινάριο βασίζεται σε συνεχιζόμενες ερευνητικές μελέτες σχετικά με την πατριαρχική φύση του καπιταλισμού αλλά κυρίως με το πώς η πατριαρχία καθ’ αυτή είναι οικονομικό σύστημα η ίδια, πώς συνυπάρχουν ή συγκρούονται καπιταλιστικά και μη καπιταλιστικά πατριαρχικά συστήματα, και εάν είναι δυνατόν να υπάρχουν μη πατριαρχικές οικονομικές πρακτικές και τί σημαίνει αυτό σήμερα. Τέλος, θα γίνει παρουσίαση ευρημάτων που αφορούν την νότια βαλκανική ή τον αιγαιακό χώρο, μια και πρόκειται για κοινωνίες που διαφέρουν πολύ από τις αντίστοιχες δυτικο-ευρωπαϊκές, και ακόμη και οι φεμινιστικές θεωρίες που έχουμε για τον καπιταλισμό δεν επαρκούν για την κατανόηση του οικονομικού συστήματος στις περιοχές αυτές.

Κρυμμένο στα ζυμαρένια φύλλα: Ένα έθιμο συμβολικής αναδιανομής στη Θράκη


Διαφάνειες από τη μελέτη (σε εξέλιξη) που παρουσιάστηκε στο 4ο Συμπόσιο Ελληνικής Γαστρονομίας που έλαβε χώρα στα Καράνου την 29-30.7.2017.


Υφαρπαγμένη αλληλεγγύη: Μια ιστορία αντίστασης και καταστολής στην ελληνική καπιταλιστική πατριαρχία


Οι διαφάνειες από την παρουσίαση

Υφαρπαγμένη Αλληλεγγύη

και παρακάτω η εκτεταμένη περίληψη από τη μελέτη που παρουσιάστηκε στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο για τα Κοινά και την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη (Α.Π.Θ.), την 4-7/5/2017.




Η  παρούσα μελέτη είναι μια διερεύνηση, πώς ο όρος και η πρακτική της αλληλεγγύης προέκυψαν, χρησιμοποιήθηκαν και αποτέλεσαν αντικείμενο κατάχρησης[1] στην Ελλάδα από το 2008 και μετά. Η μελέτη αυτή εντάσσεται σε ένα συνεχιζόμενο ερευνητικό πρόγραμμα που προήλθε από την έρευνά μου για την αλληλέγγυα οικονομία στην Ελλάδα από το 2009 και εξής. Προήλθε όμως και από το γεγονός ότι ως πολιτική άνθρωπος και ως ερευνήτρια που έχει εκπαιδευτεί στην οικονομία αλληλεγγύης από τις ίδιες τις κοινότητες βάσης[2], δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν καταλαβαίνω ότι κάτι έχει πάει λάθος με την αλληλεγγύη τα τελευταία εννέα ή δέκα χρόνια στη χώρα. Η ανάλυση στέκεται με κριτικό τρόπο στο γεγονός ότι παρά την καθημερινή ανάληψη δράσεων αλληλεγγύης και την τεράστια δουλειά πολλών ομάδων, κολλεκτιβών ή ακόμα και μεμονωμένων ατόμων που κατά καιρούς σχετίζονται με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, η αλληλεγγύη εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτή κυρίως με έναν ανιστορικό τρόπο, ως πανάκεια για όλα τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα στην Ελλάδα. Το κύριο ερώτημα αυτής της μελέτης είναι, επομένως, πώς η χειραγώγηση του όρου και των πρακτικών που αντιπροσώπευσε ήταν βασικό εργαλείο προκειμένου οι καπιταλιστικές τάξεις και οι εκπρόσωποί τους στην τοπική, επίσημη και ανεπίσημη, πολιτική σκηνή να καταστείλουν την έκφραση και την ανάπτυξη του αντικαπιταλιστικού και, ενδεχομένως αντιπατριάρχικου, δυναμικού των πρακτικών αλληλεγγύης.

Η  έρευνα βασίζεται σε γεγονότα, συζητήσεις και εξελίξεις πολιτικών πρακτικών στην Ελλάδα τα τελευταία εννέα χρόνια. Για τους σκοπούς αυτής της εργασίας, χρησιμοποιώ δημοσιευμένο υλικό το οποίο είναι διαθέσιμο σε όλους μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου. Η πρόθεσή μου είναι να δείξω πως ό,τι συνέβη με τη χειραγώγηση μέσω του λόγου αλληλεγγύης και μέσω της τοποθέτησης και αναδιάταξης των πρακτικών αλληλεγγύης εντός του γενικού κοινωνικού πλαισίου, συνέβη σε δημόσιο επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν υπόγειοι χειρισμοί ή ενέργειες, αλλά ότι η καπιταλιστική πατριαρχία φαίνεται να αδυνατεί να επιτύχει μια αποτελεσματική αντίδραση στις πρακτικές αλληλεγγύης, εκτός και αν αυτή λάβει χώρα στο φως της ημέρας. Ως εκ τούτου, ο δημόσιος χαρακτήρας αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της διαδικασίας υφαρπαγής.


Η  ανάλυση ξεκινά από την αλληλεγγύη που έχει γίνει λέξη-πασπαρτού, σχεδόν μοδάτος όρος κατά τη διάρκεια των ετών 2008 και εξής, και ειδικά μετά το 2010. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυτό το «πασπαρτού» χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στον πολιτικό λόγο για να παραμερίσει άλλες συζητήσεις που ήταν απαραίτητες να γίνουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπως η ελληνική. Οι δομικές αλληλεπικαλύψεις ανισοτήτων και αδικιών είναι ενδημικές και αλληλοενισχύονται με πολλούς τρόπους, ακόμη και μέσα στα κοινωνικά κινήματα και τους αυτοπροσδιοριζόμενους εναλλακτικούς χώρους. Αυτές οι αδικίες δεν αντιμετωπίστηκαν σωστά, ούτε καν σε επίπεδο λόγου, καθώς θεωρούνταν ότι θα μπορούσαν εύκολα να επιλυθούν μέσω της αλληλεγγύης.

Η  προσέγγισή μου πηγάζει από τη φεμινιστική θεωρία με την ευρεία της έννοια, όχι μόνο επειδή οι πρακτικές αλληλεγγύης στην Ελλάδα είναι ένας χώρος όπου οι γυναίκες εμπλέκονται έντονα, αλλά και επειδή η πατριαρχία είναι το μεγαλύτερο ή βαθύτερο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής. Η  πατριαρχία  νοείται ως ένα πολιτικό οικονομικό σύστημα που μπορεί να έχει διάφορες εκδοχές ή διαφορετικές εκφράσεις στο ελληνικό πλαίσιο, αλλά παραμένει ο κύριος τρόπος για την διάρθρωση της κοινωνίας, ιδιαίτερα όσον αφορά στους θεσμούς, την πολιτική και την κατανομή των πόρων (Bennholdt et al 1988, Peterson 1997, 2010 ).

Με άλλα λόγια, τοποθετώ ολόκληρη την έρευνα μέσα στις ιστορικές υλικές συνθήκες της, όπως αυτές έχουν πλαισιωθεί από τον ύστερο καπιταλισμό που αντιμετωπίζει σημαντικές αντιστάσεις από τους ανθρώπους που ζουν στη χώρα, αλλά έχει επίσης επιτύχει σημαντικές προελάσεις έναντι των ομάδων των παραγωγών (Sotiropoulou 2014). Η αλληλεγγύη μέσα σε αυτό το καπιταλιστικό πατριαρχικό πλαίσιο έγινε λόγος και πρακτική που είχαν ανάγκη διάφοροι παράγοντες και ομάδες με διάφορους τρόπους για να επιτύχουν ή να προσπαθήσουν να επιτύχουν τις επιδιώξεις τους, είτε αυτές ήταν αντικαπιταλιστικές είτε όχι. Ως εκ τούτου, η αλληλεγγύη νοείται ως μια διεκδικούμενη πρακτική και ιδέα, ως δράση που έχει πολλαπλές έννοιες και επιπτώσεις ανάλογα με τις περιβάλλουσες πρακτικές, ιδέες και ενέργειες (Bayat 2000, Fanon 2007). Η συγκρουσιακή κατανόηση της αλληλεγγύης έρχεται σε αντίθεση με την ανιστορική χρήση της λέξης και με την πλαστικότητα με την οποία φαίνεται να ταιριάζει σε όλους τους τύπους λόγου που επιζητούν να σχολιάσουν τις οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα.

Για να αναλύσω την αλληλεγγύη και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε και κακοποιήθηκε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιώ επίσης μετα-αποικιακές θεωρίες και αντι-αποικιοκρατική κριτική ώστε να κατανοήσω το ευρωπαϊκό εγχείρημα και πώς λειτούργησε μέσα στην ελληνική κοινωνία (Bhabha 2013, Hechter 1975, Peckham 2004). Οι μετα-αποικιακές θεωρίες επιτρέπουν τη διερεύνηση της κατασκευής της εθνικής ταυτότητας και των αντιλήψεων για την «ελληνικότητα» και την «ευρωπαϊκότητα» που καθορίζουν το πολιτικό οικονομικό πλαίσιο (Carastathis 2014, Bernal 1987). Η  αλληλεγγύη δεν θα μπορούσε να χειραγωγηθεί τόσο αποτελεσματικά, αν δεν υποχρεωνόταν να υπάρχει μαζί με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές που συνδέουν την ελληνική πολιτική ζωή με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, το ρατσισμό και την (υποτιθέμενη) ανωτερότητα της λευκής φυλής.

Τέλος, ακριβώς επειδή δεν συμβαίνει τίποτε που να έχει ως αιτία μόνο ένα πλαίσιο, διερευνώ τις πραγματικές επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων και πολιτικών ομάδων, επίσημων ή ομάδων βάσης,  κατά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, και πώς οι επιλογές αυτές οδήγησαν μέχρι στιγμής στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Για να κατανοήσουμε την  αλληλεγγύη ως αντίσταση σημαίνει ότι πρέπει κανείς να συζητήσει για ποιο πράγμα γίνεται αντίσταση και ενάντια σε τί, ποιοί είναι οι στόχοι της και οι προϋποθέσεις για οποιαδήποτε επιτυχία και πώς οι άνθρωποι που ασχολούνται με την αλληλεγγύη, είτε ενεργούσαν ως πραγματικά αλληλέγγυοι είτε καταχρώνταν την αλληλεγγύη ως όρο και πρακτική, τοποθετούνται ως προς την έννοια της αντίστασης καθ’ αυτής.

Γνωρίζω ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι εύκολη, ειδικά επειδή αυτό που συνέβη από το 2008 και μετά όσον αφορά στην αλληλεγγύη είναι ακόμη μια εξελισσόμενη ιστορική διαδικασία. Αναγνωρίζω τους περιορισμούς της ανάλυσής μου όσον αφορά στην προσωπική μου συμμετοχή ως ερευνήτριας και πολιτικού όντος. Δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι όλοι/ες στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια έχουν μια στάση και μια προσωπική και συλλογική ιστορία ως προς την αλληλεγγύη, είτε καλή είτε κακή. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η αλληλεγγύη έχει τόσο πολύ χειραγωγηθεί και καταστρατηγηθεί ως όρος και πρακτική, υπάρχει ανάγκη να συζητήσουμε τί συνέβη, το συντομότερο δυνατό. Η  ευκολία και η αντικειμενικότητα είναι κάτι που δεν υπάρχει στις κοινωνικές επιστήμες ούτως ή άλλως, και δεν θα υπήρχε ποτέ σε συζητήσεις για τους κοινωνικούς αγώνες στον ύστερο καπιταλισμό. Η αναβολή αυτής της συζήτησης “για τότε που θα είμαστε έτοιμοι γι’ αυτήν” διαιωνίζει τη χειραγώγηση και τη συστημική βία και επιβάλλει τεράστια αδικία σε βάρος των ανθρώπων και των ομάδων που προσφέρουν το έργο και τις ιδέες τους για να καθιερώσουν και να πραγματοποιήσουν αλληλεγγύη χωρίς να ξεπουλήσουν ποτέ τον όρο ή την πολιτική τους δράση. Η αλληλεγγύη μπορεί να μην είναι πανάκεια, αλλά εξακολουθεί να είναι μια πολιτική αρχή που όλες οι κοινωνίες και οι κοινωνικοί αγώνες χρειάζεται να περιέχουν.



Bayat, A. 2000. From “dangerous classes” to “quiet rebels” – Politics of the urban subaltern in the Global South.  International Sociology 15/ 3, 533-557.

Bennholdt-Thomsen, V., Mies, M. & Von Werlhof, C. 1988. Women: The last colony. Zed Books.

Bernal, M. 1987. Black Athena, vols I-III. Rutgers University Press.

Bhabha, H.K. ed. 2013. Nation and narration. Routledge.

Carastathis, A. 2015. The politics of austerity and the affective economy of hostility. Feminist Review 109, 73-95.

Carastathis, A. 2014. Is Hellenism an orientalism? Reflections on the boundaries of Europe in an age of austerity. Critical Race & Whiteness Studies 10 (1-Special Issue: Edward Said – Intellectual, Cultural Critic, Activist).

Collett, J.L. et al 2007. Building solidarity through generalised exchange: A theory of reciprocity. American Journal of Sociology 113 /1 (July), 205-242.

Eduards, M.L. 1994. Women’s agency and collective action. Women’s Studies International Forum 17/2 -3, 181-186.

Fanon, F. 2007. The wretched of the earth. Grove/Atlantic, Inc.

Guha, R. 2003. History at the Limit of World-history. Columbia University Press.

Hechter, M. 1975. Internal colonialism: the Celtic fringe in British national development, 1536-1966. Routledge and Kegan Paul, London.

Mignolo, W.  2012. Local histories/global designs: Coloniality, subaltern knowledges, and border thinking. Princeton University Press.

Peckham, R.S. 2004. Internal colonialism – Nation and region in 19th century. In Todorova, M. (Ed.) Balkan identities-Nation and memory. Hurst & Company, London, 41-58.

Peterson, S.V. 1997. Whose crisis? Early and post-modern masculinism, in Gill, S. & Mittelman J.H., eds: Innovation and transformation in International Studies, Cambridge University Press, Cambridge-New York-Melbourne,  185-202.

Peterson, S.V. 2010. A Long View of Globalization and Crisis. Globalizations 7/1-2, 187-202.

Said, E.W. 1979. Orientalism. Vintage.

Sotiropoulou, I. 2016. Solidarity, grassroots initiatives and power relations. World Economic Review 6, 44-59.

Sotiropoulou, I . 2014. Greek economy as a failure of capitalist patriarchy and the choice of dystopia, “Greece and austerity policies: where next for its economy and society?”, online conference, WEA (20.10-21.12.2014) http://greececonference2014.worldeconomicsassociation.org/

Sotiropoulou, I. 2013. Women in solidarity economy in Greece: Liberation practices or one more task undertaken?, En-gendering Macroeconomics & International Economics Summer Seminar, (16-18.7.2013) Krakow, Poland.

Raman, R.R.K. 2010. Transverse solidarity: Water, power and resistance. Review of Radical Political Economics 42/2, 251-268.

Spivak, G.C. 1988. Can the subaltern speak?. Marxism and the Interpretation of Culture. Macmillan Education UK,  271-313.

Voutilainen, M. 2017. Is there a connection between income inequality and famine mortality? Evidence from the 1860s Finnish famine. 2nd COMPOT Workshop Explaining famines, defining responsibilities (12-15.1.2017), University of Turku.

Weeks, K. 2007. Life within and against work: Affective labor, feminist critique and Post-Fordist politics. Ephemera 7/1,  233-249.

Weiner, A. 1992. Inalienable Possessions.  University of California Press, Berkeley & Los Angeles.

Weiner, A. 1980.  Reproduction: A Replacement for Reciprocity. American Ethnologist 7/1, 71-85.


[1] Στο αγγλικό κείμενο έχω προτιμήσει τη λέξη abuse, που σημαίνει και κατάχρηση και κακοποίηση. Εδώ, στην ελληνική γλώσσα επιλέγω την λέξη κατάχρηση (που στη νομική ορολογία διατηρεί και τις δυο σημασίες, όχι όμως στην καθημερινή ορολογία), χωρίς να ξεχνώ την κακοποίηση που υπέστη και η λέξη αλλά κυρίως τα κοινωνικά κινήματα που που υπήρξαν συνεπή με την έννοια της αλληλεγγύης. Χρησιμοποιώ και τις δύο έννοιες στην ανάλυσή μου, γιατί κρίνω ότι και οι δυο μαζί αποδίδουν καλύτερα τί ακριβώς συνέβη, κατάχρηση και κακοποίηση, σε ιδέες, ανθρώπους και κινήματα τα τελευταία χρόνια. Με την έννοια της κακοποίησης δεν εννοώ μόνο την καταστολή που αντιμετώπισαν αλλά και (κατά κύριο λόγο) την χειραγώγησή τους να συμμετέχουν ή να γίνουν άλλοθι σε πολιτικές τις οποίες δεν είχαν ούτε εγκρίνει ούτε εντάξει ποτέ στους στόχους τους.

[2] Εξακολουθώ να έχω ζητήματα με τη μετάφραση του όρου grassroots στα ελληνικά. Για την έρευνα σχετικά με την οικονομική γνώση που υπάρχει εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας, το grassroots το μεταφράζω ως «ριζικά». Εδώ όμως είχα δυο επιλογές για τις κοινότητες, «λαϊκές» ή «βάσης». Προτίμησα τη δεύτερη μετάφραση, μια και το «λαϊκές», αν και μου φαίνεται εξαιρετικά ακριβές, έχει πολλά ερωτηματικά που συνδέονται με την κατάχρηση της λέξης «λαός» και «λαϊκός» τις τελευταίες δεκαετίες ή και πολύ νωρίτερα.