Research and the elephant in the room – Έρευνα και ο ελέφαντας στο δωμάτιο


[η περίληψη στα ελληνικά ακολουθεί μετά από το αγγλικό κείμενο]

Research and the elephant in the room: encountering with violence in fieldwork concerning unpaid labour, in D.Wheatley (ed) (2019), Handbook of Research Methods on the Quality of Working Lives, Edward Elgar Publishing, pp. 79-93.


The chapter explores violence, both systemic and incidental, that a social researcher may encounter during field research. The questions and anonymised cases used in this chapter stem from field research concerning public spaces of work related to, or organized by, social movements and grassroots initiatives. This work is usually defined as “unpaid” or “volunteering”, but also encapsulates work performed within arrangements of collective production beyond the paid–unpaid binary. Feminist and decolonial approaches are used to analyse ethical questions related to the stance a researcher may employ in social contexts where structural violence already exists (a patriarchal–racist–capitalist society) and where new incidents of physical or psychological violence may emerge and come to the researcher’s attention. The chapter employs the stance that when violence exists in or against a community this is a research finding that affects the integrity of the researcher, of the research, and the well-being of focus communities.

Keywords: violence, field research, unpaid labour, grassroots movements, research ethics



Έρευνα και ο ελέφαντας στο δωμάτιο: συναντώντας βία στην έρευνα πεδίου σχετικά με μη αμειβόμενη εργασία , στο συλλογικό τόμο [στα Αγγλικά] επιμέλειας D.Wheatley (2019), Handbook of Research Methods on the Quality of Working Lives, Edward Elgar Publishing, σελ. 79-93.


Το κεφάλαιο αυτό εξετάζει τη βία, συστημική και περιστασιακή, την οποία μπορεί να συναντήσει μια/ένας κοινωνική/ός ερευνήτρια/-τής κατά τη διάρκεια της έρευνας πεδίου. Οι ερωτήσεις και τα περιστατικά που, έχοντας καταστεί ανώνυμα, χρησιμοποιούνται σε αυτό το κεφάλαιο, προέρχονται από επιτόπια έρευνα σχετικά με δημόσιους χώρους εργασίας που σχετίζονται με ή οργανώνονται από κοινωνικά κινήματα και πρωτοβουλίες βάσης. Αυτη η εργασία συνήθως ορίζεται ως «μη αμειβόμενη» ή «εθελοντισμός», αλλά περιλαμβάνει και την εργασία που εκτελείται στο πλαίσιο διευθετήσεων συλλογικής παραγωγής πέρα ​​από το δίπολο αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας. Χρησιμοποιούνται φεμινιστικές και απο-αποικιακές προσεγγίσεις για την ανάλυση δεοντολογικών ζητημάτων που σχετίζονται με τη στάση που μπορεί να υιοθετήσει μια ερευνήτρια μέσα σε κοινωνικά πλαίσια όπου υπάρχει δομική βία (πατριαρχική-ρατσιστική-καπιταλιστική κοινωνία) και όπου νέα περιστατικά σωματικής ή ψυχολογικής βίας μπορεί να προκύψουν και να υποπέσουν στην αντίληψη της ερευνήτριας. Το κεφάλαιο αυτό υιοθετεί τη θέση ότι όταν υπάρχει βία μέσα σε ή κατά μιας κοινότητας, αυτό είναι ένα ερευνητικό εύρημα που εχει συνέπειες για την ακεραιότητα της ερευνήτριας, της έρευνας και για την ευημερία των κοινοτήτων στις οποίες η έρευνα εστιάζει.

Λέξεις-κλειδιά: βία, έρευνα πεδίου, μη αμειβόμενη εργασία, κινήματα βάσης, δεοντολογία της έρευνας


Πολλές γλώσσες σε μια οικονομία ή πολλές οικονομίες σε μια γλώσσα



Άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 1 του περιοδικού  Yusra Magazine

που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο 2019. Το άρθρο αποτελεί μια σύντομη παρουσίαση σχετικά με μελέτη που έκανα την περασμένη χρονιά και είναι και αυτή σε στάδιο επεξεργασίας για δημοσίευση Many languages in one economy – Πολλές γλώσσες σε μία οικονομία




“Less State” in austerity – “Λιγότερο κράτος” στη λιτότητα


Co-authored with Dr Nuria Giniger (University of Buenos Aires), chapter in: Kate Power, Tanweer Ali & Eva Lebduskova, editors (2019): Discourse analysis and austerity: Critical studies from economics and linguistics, Routledge – Taylor & Francis Group, pp. 80-107.

Με συν-συγγραφέα την Δρα Νούρια Χινιχέρ (Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες), κεφάλαιο στον συλλογικό τόμο: Kate Power, Tanweer Ali & Eva Lebduskova, editors (2019): Discourse analysis and austerity: Critical studies from economics and linguistics, Routledge – Taylor & Francis Group, σελ. 80-107.



[Περίληψη στα ελληνικά μετά το αγγλικό κείμενο]

Our research focuses on both the discourse concerning the role of a State/government in austerity context and on what the practice of austerity policies imply for the role of the State in the economy. We use two countries, Argentina and Greece, as case studies in order to investigate, first in which ways the discourse about the role of the State supported austerity policies and created a conceptual framework for further promotion of neoliberal reforms; and second, whether and to what extent the “less State” argument was a cover for changing or even expanding the role of the central government to directly benefit capitalist agents and redistribute social wealth in favour of the few.
By putting the debate on the role of the State at the center of our analysis, we found out that the State has a central role in austerity policies and without its firm, even violent, intervention, those policies would not be possible to be implemented. In contrast to the discourse, the State is not “reduced” but enhanced or expanded to a different direction.
We used historical and contemporary information in order to examine how the “less State” argument has been used in both Argentina and Greece during the last decades. Our analysis takes into account the different historical and social contexts of the two countries, for example, the blood-thirsty anti-communist “preventive counterrevolution” in Argentina, or Greece’s participation in the Eurozone. However, differences are intertwined with several major commonalities in neoliberal policies in both countries, like the destruction of hundreds of thousands of job positions, the impoverishment of the majority of the population, the breakdown of public services and previously established social rights, the privatisation of the commons and several public goods and services and the acute repression of emerging resistances.

Keywords: State, austerity, welfare, privatisations, deregulation, Argentina, Greece.


“Λιγότερο Κράτος” στη λιτότητα: Μια έννοια που κρύβει τον κεντρικό φορέα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών

Η έρευνά μας επικεντρώνεται τόσο στον λόγο αναφορικά με το ρόλο του Κράτους/κυβέρνησης σε ένα πλαίσιο λιτότητας όσο και στο τί συνεπάγονται οι πολιτικές λιτότητας για τον ρόλο του Κράτους στην οικονομία. Χρησιμοποιούμε δύο χώρες, την Αργεντινή και την Ελλάδα, ως περιπτωσιολογικές μελέτες ώστε να διερευνήσουμε, πρώτον με ποιούς τρόπους ο λόγος για τον ρόλο του Κράτους στήριξε τις πολιτικές λιτότητας και δημιούργησε ένα εννοιολογικό πλαίσιο για περαιτέρω προώθηση νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Και δεύτερον, για να διερευνήσουμε εάν και σε ποιά έκταση το επιχείρημα για «λιγότερο Κράτος» ήταν μια επικάλυψη για να μεταβληθεί ή ακόμη και να επεκταθεί ο ρόλος της κεντρικής κυβέρνησης ώστε να ωφελήσει ευθέως καπιταλιστικούς φορείς και να αναδιανείμει τον κοινωνικό πλούτο εις όφελος των λίγων.
Θέτοντας τον διαξιφισμό για τον ρόλο του Κράτος στο κέντρο της ανάλυσής μας, βρήκαμε ότι το Κράτος έχει κεντρικό ρόλο στις πολιτικές λιτότητας και χωρίς την σταθερή, ακόμη και βίαιη, παρέμβασή του αυτές οι πολιτικές δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Αντίθετα προς τον (δημόσιο) λόγο, το Κράτος δεν «μειώνεται» αλλά ενισχύεται ή επεκτείνεται σε διαφορετική κατεύθυνση.
Χρησιμοποιήσαμε ιστορικές και σύγχρονες πληροφορίες ώστε να εξετάσουμε πώς το επιχείρημα για “λιγότερο Κράτος» χρησιμοποιήθηκε στην Αργεντινή και στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Η ανάλυσή μας λαμβάνει υπ’ όψη τα διαφορετικά ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια των δύο χωρών, για παράδειγμα, την αιμοσταγή αντικομμουνιστική «προληπτική αντεπανάσταση» στην Αργεντινή, ή την συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Εντούτοις, οι διαφορές συμπλέκονται με πολλά μείζονα κοινά σημεία στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και στις δυο χώρες, όπως η καταστροφή εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, η εκφτώχυνση της πλειοψηφίας του πληθυσμού, η κατάρρευση των δημοσίων υπηρεσιών και των προηγουμένως καθιερωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων, η ιδιωτικοποίηση των κοινών και διαφόρων δημοσίων αγαθών και η οξεία καταστολή των αναδυόμενων αντιστάσεων.

Λέξεις-Κλειδιά: Κράτος, λιτότητα, κοινωνικό κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, Αργεντινή, Ελλάδα.

Hidden in the dough sheets – Κρυμμένο στα ζυμαρένια φύλλα



Μελέτη (Δεκέμβριος 2018), πρώτη εκδοχή της οποίας παρουσιάστηκε στο 4ο Συμπόσιο Ελληνικής Γαστρονομίας
«Δημητριακά: Γνωστά, Ξεχασμένα και Χαμένα»
Καράνου Χανίων, 29-30 Ιουλίου 2017\

[English text follows below]

Η μελέτη παρουσιάζει τα πρώτα ευρήματα σχετικά με την οικονομική γνώση που περιέχει ένα έθιμο της Πρωτοχρονιάς στη Θράκη αναφορικά με την τακτική (ανα)διανομή πλούτου μεταξύ των μελών αλλά και μη μελών του νοικοκυριού. Το έθιμο συνίσταται στην τελετουργική χρήση μιας πίττας ως μέσο διαμοιρασμού. Η πίττα αποτελείται από φύλλα ζύμης σιτάλευρου, μεταξύ των οποίων η νοικοκυρά τοποθετεί σύμβολα των περιουσιακών στοιχείων του νοικοκυριού. Όταν η πίττα μοιράζεται, τα κομμάτια ανατίθενται σε μεταφυσικά πρόσωπα (σχετικά με τη θρησκεία), στα μέλη της οικογένειας, στα πρόσωπα που παρευρίσκονται στην κατανομή της πίττας και στον “ξένο”. Συνεπώς, κάθε άτομο λαμβάνει τουλάχιστον ένα περιουσιακό στοιχείο του νοικοκυριού υπό την προστασία του. Μετά από ένα χρόνο μια νέα (ανα)διανομή λαμβάνει χώρα με τον ίδιο τρόπο.

Η ανάλυσή μου προσεγγίζει το έθιμο ως εκπαιδευτικό τελετουργικό ή ακόμη και ως ζωντανή μνήμη της σημασίας του σιταριού και των σιτηρών ως βάσης της ευημερίας, και των οικονομικών συστημάτων όπου δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία και η σχέση με τα μέσα παραγωγής δεν γινόταν αντιληπτή μέσω της ιδιοκτησίας αλλά μέσω της ευθύνης. Επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη οι εντάσεις μεταξύ του εθίμου και της σύγχρονης οικονομίας για να αποφευχθεί η ωραιοποίηση μιας παραδοσιακής πρακτικής, αλλά και για να διερευνηθεί η χειραφετητική γνώση που αυτό το έθιμο μεταδίδει.


Paper finalised in 2018. The first version was presented at the 4th Greek Gastronomy Symposium
“Known, Forgotten and Lost Grains”
Karanou of Chania, July 29-30th 2017

The paper presents the first findings about the economic knowledge that a New Year Day custom of Thrace contains with reference to regular (re)sharing of wealth among household members and non-members. The custom is the ritual use of a pie as a sharing tool. The pie consists of various layers/sheets of wheat dough, among which the household lady places symbols of the household assets. When the pie is shared, the pieces are designated to metaphysical persons (related to religion), to the family members, to the persons present at the pie sharing, and to the “foreigner”. Each person therefore, gets at least one asset of the household under their protection. After one year a new (re)sharing takes place in the same way.

My analysis approaches the custom as an educational rite or even a living memory of the importance of wheat and cereals as base of prosperity, and of economic systems where private property was inexistent and the relationship to the means of production was not perceived through ownership but through responsibility. Moreover, the tensions between the custom and the contemporary economy are taken into account to avoid the idealisation of a traditional practice, but also to investigate the emancipatory knowledge that this custom transmits.


Women in solidarity economy in Greece: Liberation practices or one more task undertaken?


Paper presented at “En-gendering Macroeconomics & International Economics Summer Seminar”, (16-18.7.2013) Krakow, Poland

Women in solidarity economy in Greece: Liberation practices or one more task undertaken?


Paper presented at “En-gendering Macroeconomics & International Economics Summer Seminar”, (16-18.7.2013) Krakow, Poland.

Many languages in one economy – Πολλές γλώσσες σε μία οικονομία


Slides from the paper presented at the International Conference “Communication across cultures: Challenges & prospects in the global context” Chania, 29.9.2018

Διαφάνειες από τη μελέτη που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο “Επικοινωνία με διαφορετικές κουλτούρες: Προκλήσεις & προοπτικές στο παγκόσμιο περιβάλλον” Χανιά, 29.9.2018

Byzantine Yperpyra And Venetian Ducats: Missing Pieces In The Puzzle Of Monetary Theory


Paper published in Economic Alternatives journal, vol 12, no 3, pp. 419-434.


The paper stems from a greater project on economic history concerning the monetary system and policies of medieval and renaissance Venice, with a special focus on Venice’s colony of Crete. The Venetian monetary system included various currencies, both minted and virtual, and it was intertwined with the currencies that already existed or appeared in the Eastern Mediterranean during the Venetian imperial era. I examine actual historical examples through the lenses of both mainstream and heterodox monetary theories in order to show the complexity of monetary practices under real conditions and how the available monetary theories need further sophistication in order to explain and systemize our understanding of monetary phenomena.

To make the research inquiry clearer, I focus on two examples that seem to run counter to what current assumptions about monetary structures:
One case is that of the Byzantine yperpyron, a golden coin of the Eastern Roman Empire which seems to survive in Crete island, both the Venetian rule (starting in early 13th century) and the end of the Byzantine Empire itself (in 1453) and remained in circulation, mostly as a virtual currency or accounting unit, until 17th century, together with various other currencies circulating in the island.

The other case is the Venetian ducat itself, a golden coin minted by Venice from late 13th century onwards and well known for its quality of gold and value in international trade in both Mediterranean and Europe. Yet, it seems that the Venetians preferred to use other international currencies in domestic trade. There has been evidence that in some cases the never-debased golden ducat was not accepted in local transactions.

The paper attempts to set the grounds for further investigation and discussion concerning monetary phenomena and the issues those raise for monetary theory.

Keywords: Venice, Crete, monetary history, yperpyron, ducat, monetary theory
JEL Codes: B50, E42, N13, N23, P4, P5.

Performing Values Practices and Grassroots Organizing: The Case of Solidarity Economy Initiatives in Greece


Άρθρο που γράψαμε από κοινού με την Καθ. Μαρία Δασκαλάκη (University of Roehampton) και την Καθ. Μαριάννα Φωτάκη (University of Warwick) και δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση Organisation Studies, 2018 – Online first.

This is a paper co-authored with Prof. Maria Daskalaki (University of Roehampton) and Marianna Fotaki (University of Warwick) and published at Organisation Studies, 2018 – Online first.

This article discusses solidarity economy initiatives as instances of grassroots organizing, and explores how ‘values practices’ are performed collectively during times of crisis. In focusing on how power, discourse and subjectivities are negotiated in the everyday practices of grassroots exchange networks (GENs) in crisis-stricken Greece, the study unveils and discusses three performances of values practices, namely mobilization of values, re-articulation of social relations, and sustainable living. Based on these findings, and informed by theoretical analyses of performativity, we propose a framework for studying the production and reproduction of values in the context of GENs, and the role of values in organizing alternatives.

Keywords: financial crisis, Gibson-Graham, grassroots exchange network (GEN), Greece, Judith Butler, performance, values practices

Moires and Miri lands: Some linguistic coincidences and a discussion about land ownership


“Μοίρες και γαίες Μιρί: Μερικές γλωσσολογικές συμπτώσεις και μια συζήτηση για την ιδιοκτησία γης”

Εκτεταμένη περίληψη στα ελληνικά ακολουθεί μετά την περίληψη στην αγγλική γλώσσα.

Published in Valeontis, C. (ed.) (2017): Hellenic language and terminology – Communications of the 11th Conference, Hellenic Society for Terminology (ELETO), Athens – Greece: 222-232.


The paper belongs to a greater research programme related to economic knowledge that exists outside academia and is created and shared by communities through informal routes. One of the sources of this economic knowledge is language itself, especially non-academic language(s). The use of language as a source is also based on the fact that the lingua franca of economics is English and this leads to distortions in our economic education and research, because the economic knowledge that other languages contain goes unnoticed. Therefore, we use our own native languages to (re)search economic knowledge that exists outside academia and can inform economics about contemporary practices but also about historical precedents of political economic importance. In particular, this paper analyses the use of the word ” Moira ” (” Fate ” and ” Share ” in Greek) and Miri (Land owned by the Ottoman state leased to subjects for cultivation) and raises questions about the similarities and differences in the practices they represent. What is most important though, is that the words refer to perceptions about land ownerships and management that defy our contemporary understandings of land property. Moreover, the paper investigates the use of the words in everyday language, in previous historical eras or even today under certain circumstances, and how both words and the terms related to them connect land practices to various political economic activities and phenomena.


H μελέτη ανήκει σε ένα μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα που σχετίζεται με την οικονομική γνώση που υπάρχει εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας και δημιουργείται και χρησιμοποιείται από κοινού από τις διάφορες κοινότητες μέσω ανεπίσημων οδών. Μια από τις πηγές αυτής της οικονομικής γνώσης είναι η ίδια η γλώσσα, ιδιαίτερα η μη ακαδημαϊκή γλώσσα, η οποία περιέχει οικονομικές γνώσεις που αποκλείονται από την οικονομική ορολογία και πολύ περισσότερο από την οικονομική lingua franca, η οποία είναι η αγγλική. Στην ανάλυσή μας, καταλαβαίνουμε τον καπιταλισμό ως μια μορφή πατριαρχίας και την πατριαρχία ως κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες επικρατεί ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας με όλες τις επιπτώσεις της: αποκλεισμός από την πρόσβαση και τον έλεγχο της χρήσης γης, ιεράρχηση των χρήσεων γης ώστε να αποφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος, στερήσεις και διάλυση ολόκληρων κοινοτήτων και υποβάθμιση του εδάφους και των οικοσυστημάτων. Η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της πατριαρχίας ενώ άλλα κοινωνικοοικονομικά συστήματα δεν διαθέτουν αυτό το θεσμό. Αντίθετα, η γη είναι, εξ ορισμού, όχι μόνο κοινή, αλλά και η πρόσβαση σε αυτήν προσαρμόζεται στις ανάγκες της κοινωνίας/των μελών της κοινότητας.

H μελέτη αναλύει τη χρήση των λέξεων “Μοίρα” και “Mιρί” (η γη που ανήκει στο οθωμανικό κράτος και εκμισθώνεται για καλλιέργεια) και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τις ομοιότητες και τις διαφορές στις πρακτικές που εκπροσωπούν . Παρατηρήσαμε ότι πέρα από την ομοιότητα του ήχου μεταξύ αυτών των δύο λέξεων, συνδέονται επίσης με τις αντιλήψεις και τις πρακτικές σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διαχείριση της γης που αψηφούν τις σύγχρονες αντιλήψεις μας για την έγγεια ιδιοκτησία. Μοίρα και Μοίρες είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και έχει δύο βασικές έννοιες: η θεά του πεπρωμένου, Μοίρα, ή Μοίρες στον πληθυντικό, οι Θεές της μοίρας. Η άλλη έννοια είναι το «μερίδιο», το μέρος ενός κοινού πράγματος που αποδίδεται σε κάποιον. Ακόμη και στον σύγχρονο ελληνικό νόμο, μοίρα είναι το μερίδιο κληρονομιάς ενός ατόμου του οποίου ο συγγενής ή ο σύζυγός του έχει πεθάνει. Επιπλέον, οι αποφάσεις της Μοίρας ή των Μοιρών είναι αναπόφευκτες, αν και στον λαϊκό πολιτισμό βρίσκουμε Μοίρες που αλλάζουν γνώμη ή λυπούνται τους ανθρώπους στους οποίους αρχικά προκάλεσαν δύσκολες καταστάσεις.

Για να κατανοήσουμε την κοινωνικοοικονομική έννοια των Μοιρών, χρησιμοποιήσαμε το έργο του G.D.Thomson, όπου εξηγεί ότι οι Μοίρες είναι η μνήμη των προπατριάρχικών κοινωνιών που δεν είχαν ατομική ιδιοκτησία. Σε αυτές τις κοινωνίες, η γη ή ο πλούτος της κοινότητας αναδιανεμόταν τακτικά μεταξύ των μελών της. Επιπλέον, η επιμονή στο πρόσωπο της Μοίρας/ Μοιρών, είναι επίσης μια προσδοκία για τιμωρία από τις Μοίρες / συλλογικά καθεστώτα, για την απώλεια της (συλλογικής) ισχύος και για τις ανισορροπίες που η πατριαρχία έφερε μεταξύ των μελών της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ένα μεγάλο μέρος των εδαφών ήταν δημόσια ιδιοκτησία. Αυτά τα δημόσια εδάφη ονομάστηκαν “μιρί/miri” και διανεμήθηκαν με ένα σύστημα που συνδέει τους αξιωματικούς του ιππικού με τους αγρότες, προκειμένου να παράσχουν αγροτικά προϊόντα για το στρατό και για τα αστικά κέντρα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Οι αγρότες είχαν δικαιώματα χρήσης στη γη, τα οποία δεν ήταν δικαιώματα ατομικής ιδιοκτησίας. Τα δικαιώματα ήταν τίτλοι επικαρπίας και ήταν αποκλειστικά για την οικογένεια του χωρικού που μπορούσε να κληροδοτήσει τη γη στα παιδιά του για τα ίδια δικαιώματα χρήσης και επικαρπίας και όχι για περισσότερο από αυτά. Το ίδιο συνέβαινε και με τα δικαιώματα γης των αξιωματικών του ιππικού. Παρά τη στρατιωτικοποίηση αυτή, διαπιστώνουμε ότι το σύστημα των μικρών γαιοκτησιών του μιρί κατέστησε αρκετά δύσκολο για τον καπιταλισμό να επεκταθεί στην οθωμανική αυτοκρατορία και υποστήριξε τους μικρούς παραγωγούς λόγω της τάσης αποκέντρωσης που δημιουργεί στον έλεγχο της γης. Μόλις τον 19ο αιώνα με το Tanzimat / Μεταρρύθμιση, η νομοθεσία για την ιδιωτική ιδιοκτησία επεκτάθηκε επίσημα στα δικαιώματα χρήσης που ορισμένες οικογένειες είχαν γενιά από γενιά

Άλλες παρόμοιες λέξεις που σχετίζονται με τη δημόσια γη ή με κοινά συστήματα διαχείρισης βρίσκονται στις σλαβικές γλώσσες και στην αραβική γλώσσα. Είδαμε σε διάφορες περιπτώσεις ότι στη Μεσόγειο και στην Ανατολική Ευρώπη / Βαλκάνια το θέμα της εξουσίας και της κατανομής / διανομής, της εξουσίας ως διανομής, διανομής ως εξουσίας, αναδύεται μέσα από λέξεις που έχουν αλληλένδετες ή και παρόμοιες έννοιες. Αυτές οι λέξεις μπορούν να αντιπροσωπεύουν από μεταφυσικά όντα μέχρι νομικές έννοιες και εκτάσεις γης, και από πολιτικούς θεσμούς μέχρι πρακτικές κοινής χρήσης γαιών. Με αυτή την έννοια, οι διάφορες αντιλήψεις για τη γη, ως κάτι που χρησιμοποείται και ελέγχεται συλλογικά, φαίνεται ότι είναι ζωντανές μέσα από τις λέξεις που εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα.